Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Πριν λίγη ώρα οι ολυμπιακοί αγώνες του Ρίο πέρασαν στην ιστορία. Σε ότι αφορά το μπασκετικό τους κομμάτι, μπορεί να μην είδαμε τα πολύ μεγάλα παιχνίδια προηγούμενων διοργανώσεων, μπορεί ο Ντουράντ και η παρέα του να απέκλεισαν από νωρίς κάθε ενδεχόμενο έκπληξης, το τουρνουά είχε όμως μια ατόφια λάμψη, έστω και λίγο ξεθωριασμένη από το χρόνο, αλλά γι' αυτό και περισσότερο γοητευτική. Ήταν η τελευταία παράσταση μιας τεράστιας φουρνιάς παικτών, που δεν θα έχουμε την τύχη να απολαύσουμε ξανά στο μέλλον. Στο προσκλητήριο ήταν σχεδόν όλοι παρόντες: Ο Τζινόμπιλι, ο Γκασόλ, ο Πάρκερ, ο Σκόλα, ο Ναβάρο, ο Νοτσιόνι, ο Ντιο. Όλοι τους ηλικίας από 34 έως 39 ετών. Εκείνοι που έλειπαν, ήταν οι "σειρές" τους από την Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή η "γαλανόλευκη" δεν προκρίθηκε, αλλά κι επειδή οι ίδιοι επέλεξαν την "εθνική συνταξιοδότηση" πολύ νωρίτερα από το προβλεπόμενο...
Αν θέλαμε μέσα σε μία φάση να συμπυκνώσουμε όλη την ουσία του τουρνουά, θα ήταν χωρίς αμφιβολία αυτή που ο 39άρης Τζινόμπιλι, σε έναν αγώνα (τη ματσάρα της πρώτης φάσης με τη Βραζιλία) που είναι ολοφάνερο πως το σώμα του έχει σταματήσει να τον υπακούει, τρέχει πρώτος στην άμυνα και κόβει το τρίποντο από τη γωνία στον αιφνιδιασμό. Ίσως κατά βάθος είναι και η αφορμή που ξεφύγαμε από τα συνηθισμένα και γράφουμε αυτές τις γραμμές, γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή ασυναίσθητα μας ήρθαν στο μυαλό οι Έλληνες (που θα μπορούσαν να είναι) "Τζινόμπιλι".
Την ώρα που ο Μανού έτρεχε για να κόψει αυτό το σουτ, οι δικοί μας το πιθανότερο είναι να βρίσκονταν σε κάποια παραλία και να απολάμβαναν το ποτό ή τον καφέ τους. Απαλλαγμένοι από τη συμμετοχή σε μια διοργάνωση που προσφέρει μόνο σωματική επιβάρυνση και καθόλου οικονομικά οφέλη, απαλλαγμένοι όμως και από έναν μυθικό αποχαιρετισμό στα όπλα, σαν αυτόν που είχε την τύχη να ζήσει (και να χαρίσει σε όλους μας) ο Αργεντίνος στις 17 Αυγούστου στην Καριόκα Αρίνα του Ρίο.
Όταν ξεκινάει μια τέτοιου είδους κουβέντα, το όνομα που πέφτει πρώτο στο τραπέζι είναι αυτό του Δημήτρη Διαμαντίδη. Καθαρά χρονικά δεν ήταν αυτός που έκανε την αρχή. Είχαν προηγηθεί ο Αλβέρτης, 30 ετών το 2004, και τρία χρόνια αργότερα, το 2007, ο Χατζηβρέττας και ο Ντικούδης, επίσης στα 30 τους. Ουσιαστικά όμως ο Διαμαντίδης ήταν αυτός που διέβη πρώτος τον Ρουβίκωνα, όχι μόνο επειδή δεν είχε δώσει την παραμικρή ένδειξη για την πρόθεσή του, αλλά και επειδή ήταν ένα ανεπανόρθωτο αγωνιστικό πλήγμα, μπροστά στα μάτια ενός κοινού που είχε μάθει τα αστέρια της προηγούμενης γενιάς (Γιαννάκης, Φασούλας, Φάνης) να είναι παρόντα στις καλοκαιρινές διοργανώσεις μέχρι τα μπασκετικά τους γεράματα. Ακόμα και ο Γκάλης, που στο μπασκετικό θυμικό έχει μείνει πως "σταμάτησε νωρίς από την Εθνική", στο τελευταίο του Ευρωμπάσκετ, το 1991 στη Ρώμη, ήταν ήδη 34. Το αν έκανε καλά ο Διαμαντίδης, είναι κάτι που το ξέρει καλύτερα απ' όλους μας ο ίδιος. Η ιστορία έδειξε πως το "αντίο" του στην Εθνική, συνέπεσε με την απόλυτη μπασκετική του ακμή: Η σεζόν 2010-11, που ξεκίνησε με καινούργιο συμβόλαιο, ήταν η κορυφαία του, στην τελευταία μέχρι τώρα ευρωπαϊκή κατάκτηση του Παναθηναϊκού, με τον Διαμαντίδη να κάνει εκπληκτική σεζόν και να αναδεικνύεται δικαίως MVP τόσο του φάιναλ-φορ της Βαρκελώνης, όσο και ολόκληρης της Ευρωλίγκας. Παρέμεινε στο υψηλότερο επίπεδο για τα υπόλοιπα χρόνια που έπαιξε, όντας μέχρι πριν λίγους μήνες ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του Παναθηναϊκού. Μετά την απόσυρσή του από την Εθνική, απόλαυσε την προστασία ολόκληρου του συστήματος (ομοσπονδία, δημοσιογράφοι) και καλλιεργήθηκε με πολύ έντεχνο τρόπο η πεποίθηση ότι ο Διαμαντίδης δεν είχε άλλη επιλογή, λόγω του κακού κλίματος που υπήρχε τότε στα αποδυτήρια της Εθνικής. Ενός κλίματος που και ο ίδιος ο Διαμαντίδης, ως ηγετική φυσιογνωμία εκείνης της ομάδας, όφειλε να είχε περιφρουρήσει. Η ουσία είναι πως στην Εθνική δεν προσέφερε όσα θα μπορούσε, και γιατί όχι, και όσα θα έπρεπε. Ήταν εκεί στις δύο τρομερές επιτυχίες των mid-00s (Ευρωμπάσκετ 2005, Μουντομπάσκετ 2006), όχι όμως και στο χάλκινο Ευρωμπάσκετ του '09, στο οποίο (ορθώς πράττων) δεν πήγε λόγω του τραυματισμού του στους κοιλιακούς. 
Σε εκείνο το Ευρωμπάσκετ (που αποδείχθηκε η τελευταία μας μέχρι σήμερα επιτυχία) απών ήταν και ένας ακόμα από τους "μεγάλους", ο Θοδωρής Παπαλουκάς. Ο ίδιος αρχικά λόγω κόπωσης αρνήθηκε την πρόσκληση, μόλις όμως ολοκληρώθηκε η προετοιμασία, έθεσε εαυτόν στη διάθεση του Καζλάουσκας, αλλά τότε ο Λιθουανός αρνήθηκε να τον συμπεριλάβει στην αποστολή. Αργότερα (επί Ζούρου) ο Παπαλουκάς εξέφρασε την επιθυμία να επανέλθει, η ομοσπονδία όμως είχε ήδη κόψει τις γέφυρες, σε μια περίοδο μεγάλων συλλογικών εντάσεων. Έτσι αποδείχτηκε κάτι που δεν μπορούσε ουδείς να φανταστεί: Οι Ολυμπιακοί του '08 στο Πεκίνο ήταν η τελευταία του παρουσία με τα γαλανόλευκα, μόλις στα 31 του. Σίγουρα πάντως και ο ίδιος δεν είναι άμοιρος ευθυνών: Δεν κυνήγησε την επιστροφή όσο θα έπρεπε, κάτι στο οποίο οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο και η πίεση που δεχόταν για την κατάκτηση του πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό.
Το "αντίπαλο δέος" του Διαμαντίδη, ο Σπανούλης, έχει δεχτεί λιγότερη κριτική, με το αιτιολογικό ότι σταμάτησε σε πιο "προχωρημένη" ηλικία, στα 33 του. Κατά πόσο όμως στέκει αυτό; Μιλάμε για ένα παίκτη που φέτος, που είναι 34, πήρε την ομάδα του από το χέρι και της έδωσε το πρωτάθλημα, ενώ όπως δήλωσε και ο ίδιος σωματικά αισθάνεται πολύ καλά και ο χρονικός ορίζοντας που θα σταματήσει το μπάσκετ του φαίνεται ακόμα πολύ μακρινός. Προφανώς και θα μπορούσε να είχε συνεχίσει, ώστε η Εθνική να έχει τον ηγέτη που τόσο έχει ανάγκη, αλλά και να γίνει πιο ομαλά η μετάβαση στη νέα γενιά. Όπως τα ίδια ισχύουν και για τον κουμπάρο του Σπανούλη, τον Ζήση, με τον οποίο ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους ταυτόχρονα. Και ο Ζήσης είχε πολλά να δώσει ακόμα, ειδικά από τη στιγμή που εδώ και ένα χρόνο αγωνίζεται στο γερμανικό πρωτάθλημα, με τις ανύπαρκτες άμυνες και την ομάδα του, τη Μπάμπεργκ, να παίρνει το πρωτάθλημα "περπατώντας".
Οι υποστηρικτές των παραπάνω, προερχόμενοι είτε από το οπαδικό περιβάλλον είτε από τους κύκλους της ομοσπονδίας, συνηθίζουν να λένε πως και οι αντίστοιχοι "σταρ" των άλλων ομάδων συχνά-πυκνά απουσιάζουν. Κάτι που είναι αλήθεια: Έκτος ίσως του Σκόλα, που είναι φαινόμενο καθώς δεν έχει λείψει ποτέ, ούτε καν από τους Παναμερικανικούς, όλοι οι υπόλοιποι, όπως ο Παού, ο Τζινόμπιλι, ο Νοβίτσκι, ο Πάρκερ, o Ναβάρο, ή παλιότερα ο Γιασικεβίτσιους με τον Σισκάουσκας και ο Κιριλένκο, έχουν χάσει μεγάλες διοργανώσεις, λόγω κόπωσης, τραυματισμών ή δέσμευσης από την ομάδα τους. Η ανάγκη για "αγρανάπαυση" είναι θεμιτή, θα πρέπει να γίνεται σεβαστή και φυσικά ουδεμία σχέση έχει με την πρόωρη απόσυρση. Ο κάθε αθλητής γνωρίζει πολύ καλά το σώμα του και ο ίδιος μπορεί να καταλάβει καλύτερα από τον καθένα αν και κατά πόσο είναι σε θέση να προσφέρει. Ποτέ όμως δεν έκλειναν οριστικά την πόρτα και πάντοτε επέστρεφαν, ειδικά στα μεγάλα τουρνουά. Κάτι που έκαναν φέτος οι Ισπανοί, που ανταμείφθηκαν με το χάλκινο μετάλλιο. Οι Ισπανοί, που εδώ και χρόνια μάθαμε να τους μισούμε, σε πολλά όμως θα πρέπει να τους ακολουθήσουμε. Στο Ρίο εμφάνισαν μια ομάδα που παρά τις τόσες επιτυχίες ήταν και πάλι διψασμένη για διάκριση, απόλυτα συσπειρωμένη και πάνω απ' όλα μια παρέα που γούσταρε να παίζει ο ένας για τον άλλον και όλοι μαζί για τη φανέλα, την πατρίδα και το λαό της. Μπροστάρης σε όλα αυτά ο συγκινητικός Γκασόλ, δύο χρόνια μεγαλύτερος του Σπανούλη, αλλά πλέον και με ένα ακόμη ολυμπιακό μετάλλιο στο στήθος.
Ο 36άρης Γκασόλ, που στον μικρό τελικό είχε 31 πόντους και 11 ριμπάουντ, προερχόμενος από 72 ματς φέτος στο NBA, με μ.ο. 32 λεπτά, είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα για να καταρριφθεί το παραμύθι της "κόπωσης". Πώς γίνεται οι δικοί μας να "κουράζονται" τόσο νωρίς στην καριέρα τους, ώστε να μην μπορούν να προσφέρουν πλέον στην Εθνική μας; Ειδικά οι παίκτες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, που μετέχουν σε ένα υποβαθμισμένο πρωτάθλημα, στο οποίο με το ζόρι παίζουν δέκα σοβαρά ματς το χρόνο. Με τη λογική αυτή οι ΝΒΑers, ή αυτοί που αγωνίζονται στο απίστευτα ανταγωνιστικό ισπανικό πρωτάθλημα, θα έπρεπε να κόβουν την εθνική από τα... 25 τους. Εξ' άλλου, όλοι μας θα τυχαίνει να γνωρίζουμε ανθρώπους, που στη δουλειά τους κουράζονται πολύ περισσότερο από τους καλαθοσφαιριστές. Κανείς όμως δε ζητάει στα 30 του να δουλεύει λιγότερο ή να κάνει ένα μήνα παραπάνω διακοπές. Για να μη βάλουμε στην εξίσωση και τη διαφορά στις απολαβές, γιατί τότε το πράγμα θα ξεφύγει. Αλλά και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί δεν είναι τίποτα περισσότερο από προφάσεις εν αμαρτίαις. Ο κίνδυνος τραυματισμού, ο Βασιλακόπουλος, η οικογένειά τους και όλα τ' άλλα που κατά καιρούς έχουμε ακούσει, απλώς δεν πείθουν κανέναν.
Η αλήθεια βρίσκεται αλλού και πηγάζει πρώτα απ' όλα από τη νοοτροπία μας. Την αθλητική, ή ακόμα και τη γενικότερη, σαν λαός. Στην "εξεταζόμενη" ηλικία (30-33), έρχεται η ώρα που ο αθλητής θα διεκδικήσει το τελευταίο του μεγάλο συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο που θα είναι εχέγγυο για το "μετα-μπασκετικό" μέλλον, το δικό του και της οικογένειάς του. Έχοντας ήδη παίξει πέντε-έξι καλοκαίρια με την Εθνική, αλλά όντας και σε μια ηλικία, που μαζί με τους x τίτλους τον έχει καθιερώσει στην οπαδική συνείδηση (όποιο χρώμα κι αν έχει αυτή) αισθάνεται πως μπορεί να σταματήσει από την Εθνική χωρίς προβλήματα, καθώς σε κάθε περίπτωση θα έχει τη στήριξη του κόσμου και του φίλα προσκείμενου τύπου, μιας και τώρα "θα αφοσιωθεί στην ομαδάρα για να σηκώσουμε τις κούπες". Πετάμε και μια γαρνιτούρα ότι "παραδίδουμε τη σκυτάλη στη νέα γενιά" και όλα καλά.
Αυτό από μόνο του αρκεί όμως για να δικαιολογήσει πως η εθνική από "χαρά" και "τιμή" (δηλώσεις Διαμαντίδη, ευρωμπάσκετ 2003) γίνεται αγγαρεία; Έχουν χαθεί τόσο τα ιδανικά και οι αξίες, που ένας αθλητής, όποιου διαμετρήματος κι αν είναι, δεν συγκινείται στην ιδέα του να εκπροσωπεί το έθνος του; Πως στο καλό γίνεται να είναι μεγαλύτερο το δέλεαρ ενός δεκαήμερου στην Μύκονο, από τη συμμετοχή σε μια Ολυμπιάδα; Προφανώς και θα υπάρχουν κι άλλες παράμετροι. Μπορεί να παίζει ρόλο το (όντως άσχημο) κλίμα τα τελευταία χρόνια στην εθνική, οι κακές επιλογές προπονητών, αυτή καθεαυτή η ομοσπονδία (όπως λ.χ. στην περίπτωση Παπαδόπουλου), μπορεί να υπάρχουν κι άλλα πολλά που ο πολύς κόσμος δεν γνωρίζει.
Και πάλι όμως. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο κάθε Σπανούλης και ο κάθε Διαμαντίδης, έχουν δώσει πάρα πολλά στο ελληνικό μπάσκετ. Ό,τι έδωσαν όμως, το έχουν πάρει πίσω στο πολλαπλάσιο. Είτε υλικά, είτε μέσω της αγάπης του κόσμου. Κι αν αύριο-μεθαύριο, έχοντας πια αποχωρήσει οριστικά από τα παρκέ, πετύχουν και κάτι ακόμα στη ζωή τους, πάλι στο μπάσκετ θα το οφείλουν. Το ταλέντο όμως, που απλόχερα τους έδωσε ο Θεός και οι ίδιοι με τρομακτική εργατικότητα κατάφεραν να αναπτύξουν, οφείλουν να το μοιράζονται με όλους μας και να μας κάνουν όλους χαρούμενος. Όχι μόνο τον "υπέροχο κόσμο μας", αλλά και όσους βρίσκονται εκτός οπαδικών λογικών, δεν είναι χρωματισμένοι, και στην τελική γουστάρουν ακόμα αυτό που κάποτε ήταν η "επίσημη αγαπημένη", και έφτασε φέτος να παίζει προολυμπιακό ως αουτσάιντερ. Έχουν χρέος λοιπόν να αφήσουν στην άκρη την ξεκούραση και την αναψυχή τους, πράγματα στα οποία μετά τα 36-37 τους, έχοντας ήδη λύσει το οικονομικό πρόβλημα των δισεγγονών τους, θα έχουν όσο χρόνο θέλουν να τους αφιερώσουν.
Η Ε.Ο.Κ. φυσικά και δε γίνεται άλλο να μένει αμέτοχη. Εννοείται πως δεν υπάρχει τρόπος να επιβάλεις σε κάποιον να παίξει με το ζόρι, αλλά και η ίδια θα πρέπει να σκληρύνει τη στάση της. Αυτό όμως προϋποθέτει να τα βάλει με τους Αγγελόπουλους και τον Γιαννακόπουλο. Έχει το σθένος; Η ιταλική ομοσπονδία πέρσι έριξε έξι μήνες καμπάνα στον Χάκετ (τότε παίκτη της Αρμάνι), όταν παράτησε την προετοιμασία της Εθνικής. Η δική μας ομοσπονδία, με τον μόνο που "τόλμησε" να τα βάλει ήταν με τον Μαυροκεφαλίδη, που και πάλι έφαγε τα μούτρα της. Ίσως το "κλειδί" να βρίσκεται στην επιλογή των προσώπων που θα περιβάλλουν την Εθνική, είτε ως προπονητές, είτε σε άλλες θέσεις. Ο Γιαννάκης (αδιανόητο να μην έχει ρόλο στην ομάδα), με όλα τα κακά και τα στραβά του, πάντα κατάφερνε και τους μάζευε όλους.
Και μιας και αναφέραμε τον Γιαννάκη. Αν κάποια στιγμή βρεθεί με τους διεθνείς, καλό θα ήταν να τους περιγράψει τα όσα συνέβησαν στις 2 Αυγούστου 1996 στο "Τζόρτζια  Ντομ" της Ατλάντα. Στον αγώνα Ελλάδα-Βραζιλία, για την 5η-6η θέση των Ολυμπιακών Αγώνων, ο "Δράκος", μαζί με έναν άλλο μύθο του παγκόσμιου μπάσκετ, τον Οσκάρ Σμιντ, 38 και 39 ετών αντίστοιχα, είπαν το κοινό τους αντίο, με ένα ολόκληρο γήπεδο να τους αποθεώνει και τους συμπαίκτες τους να κλαίνε με λυγμούς...
Δημήτρη Διαμαντίδη, ένα τέτοιο φινάλε σου άξιζε. Όχι αυτό που επέλεξες, στα αποδυτήρια του "Σινάν Ερντέμ"...